ΜΑΡΚΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ 14

73135 ΧΑΝΙΑ

ΤΗΛ. 28210 88999

FAX. 28210 86606


Ξεχάσατε τα στοιχεία σας;,
Άρθρο 2

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α
ΓΕΝΙΚΑ - ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 2
Ορισμοί.
 

1. Για την εφαρμογή του παρόντος Κώδικα νοούνται ως:
Αντανακλαστικό στοιχείο: Aντικείμενο που χρησιμοποιείται για να δείχνει την παρουσία οχήματος με αντανάκλαση φωτός που δεν προέρχεται από αυτό το όχημα.
Απόβαρο: Το βάρος οχήματος χωρίς πλήρωμα, επιβάτες ή φορτίο αλλά με την αποθήκη του γεμάτη καύσιμα, τα συνήθως φερόμενα εργαλεία και τον εφεδρικό τροχό.
Αυτοκίνητο ή αυτοκίνητο όχημα: Το μηχανοκίνητο όχημα, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως για την μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων ή για την ρυμούλκηση στις οδούς οχημάτων που χρησιμοποιούνται για την μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων. Ο όρος αυτός δε περιλαμβάνει τα οχήματα, όπως οι γεωργικοί ελκυστήρες, τα χρησιμοποιούμενα παρεμπιπτόντως μόνο για την οδική μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων ή για ρυμούλκηση επί οδών οχημάτων που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων.
Αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης: Το αυτοκίνητο όχημα με το οποίο εκτελούνται μεταφορές προσώπων ή πραγμάτων ή μικτές με ολική ή μερική μίσθωση ή με κόμιστρο ανά επιβάτη.
Αυτοκίνητο επιβατηγό: Το προοριζόμενο για τη μεταφορά κυρίως προσώπων αυτοκίνητο όχημα, 9 κατ' ανώτατο όριο θέσεων μετά της/ του οδηγού.
Αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης: Το αυτοκίνητο όχημα με το οποίο εκτελούνται μεταφορές προσώπων χωρίς κόμιστρο και πραγμάτων που ανήκουν στον ιδιοκτήτη και κάτοχο αυτού.
Αυτοκίνητο λεωφορείο: Το αυτοκίνητο όχημα που προορίζεται κυρίως για την μεταφορά προσώπων 10 και άνω θέσεων, συμπεριλαμβανομένης και της/ του οδηγού.
Αυτοκίνητο φορτηγό: Το αυτοκίνητο όχημα που προορίζεται κυρίως για την μεταφορά πραγμάτων.
Αυτοκινητόδρομος: Οδός ειδικής μελέτης και κατασκευής για την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, η οποία δεν εξυπηρετεί τις συνορεύουσες με αυτήν ιδιοκτησίες και η οποία:
α) διαθέτει, εκτός ειδικών σημείων ή προσωρινά, χωριστά οδοστρώματα, για τις δύο κατευθύνσεις της κυκλοφορίας, που διακρίνονται μεταξύ τους είτε με διαχωριστικές νησίδες που δεν προορίζονται για την κυκλοφορία είτε κατ' εξαίρεση, με άλλα μέσα,
β) δεν διασταυρώνονται ισόπεδα με άλλη οδό, μονοπάτι, σιδηροδρομική ή τροχιοδρομική γραμμή και
γ) έχει ειδική σήμανση με πινακίδες ως αυτοκινητόδρομος.
Δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας: Η επί της οδού διπλής κατεύθυνσης κυκλοφορίας κίνηση, κατά τρόπον ώστε στην αριστερή πλευρά του οδηγού να κινούνται οι αντίθετα ερχόμενοι.
Δημόσια κυκλοφορία: Η αόριστη και απροσδιόριστη εκ των προτέρων κυκλοφορία σε δημόσιες ή ιδιωτικές οδούς ή χώρους πεζών, οχημάτων ή ζώων.
Διάβαση πεζών: Το τμήμα του οδοστρώματος που ορίζεται με ειδική σήμανση για την διέλευση των πεζών.
Διακοπή πορείας: Η σύντομη ακινησία του οχήματος για την αποφυγή εμπλοκής με άλλο όχημα, πεζό ή ζώο που χρησιμοποιεί την οδό ή σύγκρουσης με εμπόδιο ή για συμμόρφωση με τους κανονισμούς της κυκλοφορίας.
Διαχωριστική νησίδα: Το υπερυψωμένο ή με άλλους τρόπους οριζόμενο τμήμα οδού, το οποίο χωρίζει λωρίδες κυκλοφορίας οχημάτων ή οδοστρώματα της αυτής ή αντίθετης κατεύθυνσης και επί του οποίου απαγορεύεται η κυκλοφορία, με εξαίρεση την διέλευση πεζών, όπου αυτή επιτρέπεται.
Ελαφρό ρυμουλκούμενο: Το ρυμουλκούμενο επιτρεπομένου μεγίστου βάρους μέχρι και 750 χιλιόγραμμων.
Έρεισμα: Η πέραν του οδοστρώματος ακραία λωρίδα της οδού.
Ζώα: Τα κατοικίδια και σταυλοδίαιτα ζώα.
Ηλεκτρονικό λεωφορείο (τρόλλεϋ): Το με ηλεκτροκινητήρα, αλλά όχι επί σιδηροτροχιών, κινούμενο αυτοκίνητο λεωφορείο που τροφοδοτείται από ηλεκτροφόρα γραμμή.
Ημιρυμουλκούμενο: (επικαθήμενο). Το ρυμουλκούμενο το κατασκευασμένο για σύνδεση με ρυμουλκό όχημα κατά τρόπον ώστε τμήμα αυτού να στηρίζεται επί του ρυμουλκού, επί του οποίου επιπίπτει μεγάλο μέρος του βάρους και του φορτίου του.
Iσόπεδος οδικός κόμβος: Κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές.
Ισόπεδη σιδηροδρομική ή τροχιοδρομική διάβαση: Κάθε ισόπεδη διασταύρωση, μεταξύ οδού, και σιδηροδρομικής ή τροχιοδρομικής γραμμής, η οποία έχει ίδια διαμόρφωση.
Κατοικημένη περιοχή: Η περιοχή που έχει σημανθεί με πινακίδες ως κατοικημένη στις εισόδους και εξόδους της.
Λωρίδα κυκλοφορίας: Μία των κατά μήκος ζωνών στις οποίες χωρίζεται το οδόστρωμα με ή χωρίς διαγραμμίσεις ή άλλα κατάλληλα διαχωριστικά μέσα, πλάτους επαρκούς για την κυκλοφορία μιας σειράς (στοίχου) αυτοκινήτων οχημάτων.
Μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος: Το μέγιστο βάρος φορτωμένου οχήματος, το οποίο αναγράφεται ως επιτρεπόμενο στην άδεια κυκλοφορίας του.
Μηχάνημα αγροτικό: Το μηχανοκίνητο όχημα που προορίζεται κυρίως για την εκτέλεση γεωργικών εργασιών ή για την ρυμούλκηση μηχανημάτων που χρησιμοποιούνται για τον σκοπό ή άλλως ρυμουλκούμενων που προορίζονται για γεωργικές μεταφορές. Ο όρος αυτός περιλαμβάνει:
α) τους γεωργικούς ελκυστήρες κάθε μορφής
β) τις αυτοπροωθούμενες μηχανές εκτέλεσης γεωργικών εργασιών
Μηχάνημα έργων: Το μηχανοκίνητο όχημα, που προορίζεται για την κατασκευή και συντήρηση οδικών ή άλλων τεχνικών έργων. Ο όρος αυτός περιλαμβάνει και τα οχήματα που προορίζονται για την αποκατάσταση της κυκλοφορίας, τον καθαρισμό και την σήμανση των οδών. Δεν υπάγονται στην κατηγορία των μηχανημάτων έργων, θεωρούμενα ως αυτοκίνητα οχήματα, εφόσον αυτά εκτελούν και μεταφορικό έργο επί των οδών της Χώρας.
Μικτό βάρος: Το εκάστοτε πραγματικό βάρος του οχήματος μετά του φορτίου, του πληρώματος και των επιβατών.
Μοτοποδήλατο: Το δίτροχο ή τρίτροχο όχημα που είναι εφοδιασμένο με κινητήρα εσωτερικής καύσης, του οποίου ο κυλινδρισμός δεν υπερβαίνει τα 50 κυβικά εκατοστά ή με ηλεκτροκινητήρα, ισχύος μέχρι 2,5 KW και μέγιστη εκ κατασκευής ταχύτητα που δεν υπερβαίνει τα 50 χιλιόμετρα την ώρα.
Μοτοσυκλέτα: Το δίτροχο μηχανοκίνητο όχημα με ή χωρίς κάνιστρο, ως και το τρίτροχο μηχανοκίνητο όχημα με απόβαρο που δεν υπερβαίνει τα 400 χιλιόγραμμα.
Νησίδα ασφαλείας: Το υπερυψωμένο τμήμα του οδοστρώματος που προορίζεται είτε για καταφύγιο των πεζών είτε για την αποβίβαση -επιβίβαση αυτών σε συγκοινωνιακά μέσα.
Νύκτα: Η χρονική περίοδος η οποία αρχίζει μισή ώρα μετά τη δύση του ηλίου και λήγει μισή ώρα πριν από την ανατολή αυτού. Οι διατάξεις του Κώδικα οι οποίες επιβάλλουν ειδικές υποχρεώσεις κατά την νύκτα εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ορατότητα
είναι ανεπαρκής, λόγω καιρικών συνθηκών (ομίχλης, χιονόπτωσης, ραγδαίας βροχής κ.λ.π. ή μέσα σε σήραγγες).
Οδηγός: Πρόσωπο το οποίο οδηγεί κάθε είδους όχημα ή ζώα μεμονωμένα ή σε αγέλες και ποίμνια ή ζώα όταν χρησιμοποιούνται για έλξη, μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων, ή ίππευση.
Οδός: Ολόκληρη η επιφάνεια που προορίζεται για τη δημόσια κυκλοφορία.
Οδός εξυπηρέτησης παροδίων: Οδός η οποία χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των παροδίων.
Οδός ταχείας κυκλοφορίας: Οδός ειδικής μελέτης και κατασκευής για την ταχεία κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, η οποία δεν εξυπηρετεί τις συνορεύουσες με αυτήν ιδιοκτησίες παρά μόνο με παράπλευρες βοηθητικές οδούς και κόμβους και η οποία: α) συνδέεται μόνο με ειδικής διάταξης
ισόπεδους ή ανισόπεδους κόμβους με το υπόλοιπο κύριο οδικό δίκτυο, β) δεν διασταυρώνεται ισόπεδα με τις υπόλοιπες οδούς ατραπούς, σιδηροδρομικές ή τροχιοδρομικές γραμμές και γ) έχει ειδική σήμανση με πινακίδες ως οδός ταχείας κυκλοφορίας.
Οδόστρωμα: Το τμήμα της οδού που προορίζεται για την κυκλοφορία των οχημάτων.
Οριογραμμή οδοστρώματος: Η γραμμή η οποία ορίζει το τέλος του οδοστρώματος. Επί οδοστρωμάτων στα οποία υπάρχουν μία ή περισσότερες ακραίες λωρίδες κυκλοφορίας ή ζώνες για την χρήση ορισμένων κατηγοριών οχημάτων, πεζών ή ζώων, οριογραμμή οδοστρώματος είναι, για του λοιπούς που χρησιμοποιούν την οδό, το τέλος του οδοστρώματος που απομένει.
Όχημα αρθρωτό: Ο συνδυασμός οχημάτων που περιλαμβάνει ένα ρυμουλκό όχημα και ένα ή περισσότερα ημιρυμουλκούμενα συνδεδεμένα μετ' αυτού.
Όχημα ζωήλατο: Το όχημα με τροχούς που σύρεται από ζώα.
Όχημα οδικό: Το μεταφορικό ή και για άλλες χρήσεις μέσο που κινείται στις οδούς και οδηγείται από πρόσωπο, με εξαίρεση των χωρίς κινητήρα μηχανή χρησιμοποιουμένων για την μεταφορά βρεφών και ατόμων με μειωμένη κινητικότητα. Δεν θεωρούνται ως οδικά οχήματα αυτά που κινούνται επί σιδηροτροχιών, για τα οποία όμως εφαρμόζονται κανόνες κυκλοφορίας του παρόντος Κώδικα.
Όχημα μηχανοκίνητο: Το αυτοπροωθούμενο οδικό όχημα, πλην των μοτοποδηλάτων.
Όχημα χειροκίνητο: Το όχημα που ωθείται ή σύρεται με τα χέρια.
Παραχώρηση προτεραιότητας: Η υποχρέωση του οδηγού οχήματος να μην συνεχίσει ή επαναλάβει την κίνηση ή τους ελιγμούς, εάν με αυτόν τον τρόπον θα ανάγκαζε τους οδηγούς άλλων οχημάτων, να μεταβάλλουν απότομα την κατεύθυνση ή την ταχύτητα των οχημάτων τους.
Πεζοδρόμιο: Το υπερυψωμένο ή άλλως διαχωριζόμενο τμήμα της οδού που προορίζεται για πεζούς.
Πεζόδρομος: Οδός η οποία χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τους πεζούς και για είσοδο-έξοδο οχημάτων προς και από ιδιωτικούς χώρους στάθμευσης παροδίων ιδιοκτησιών ως και για οχήματα εφοδιασμού ή έκτακτης ανάγκης.
Ποδήλατο: Το όχημα δύο τουλάχιστον τροχών που προωθείται μόνο με τη μυϊκή ενέργεια αυτών που επιβαίνουν ιδίως δε με ποδοστροφάλους ή χειροστροφάλους.
Ποδηλατόδρομος: Δρόμος ή λωρίδα αποκλειστικής κυκλοφορίας ποδηλάτων.
Ρυμουλκό: Το μηχανοκίνητο όχημα που χρησιμοποιείται μόνο για την έλξη άλλων οχημάτων.
Ρυμουλκούμενο: Το όχημα που στερείται ιδίας κινητήριας δύναμης και είναι κατασκευασμένο κατά τρόπο ώστε να έλκεται από άλλο μηχανοκίνητο όχημα. Στην κατηγορία των οχημάτων αυτών περιλαμβάνεται και ημιρυμουλκούμενα.
Στάθμευση: Η ακινησία του οχήματος για οποιονδήποτε λόγο, πλην ανάγκη αποφυγής εμπλοκής του με άλλο όχημα που χρησιμοποιεί την οδό ή σύγκρουσης με εμπόδιο ή για την συμμόρφωσή του με τους κανονισμούς κυκλοφορίας, εφόσον η χρονική περίοδος ακινητοποίησης του οχήματος δεν περιορίζεται στον απαιτούμενο χρόνο για την επιβίβαση ή αποβίβαση επιβατών ή φόρτωση ή εκφόρτωση πραγμάτων.
Στάση: Η ακινησία του οχήματος επί χρόνο απαιτούμενο για την επιβίβαση ή αποβίβαση επιβατών ή φόρτωση ή εκφόρτωση πραγμάτων.
Συνδυασμός οχημάτων (συρμός): Τα οχήματα που είναι συνδεδεμένα και κινούνται ως μία μονάδα.
Τροχιόδρομος: Όχημα που κινείται επί σιδηροτροχιών κατά μήκος των οδών με ηλεκτροκινητήρα, που τροφοδοτείται από ηλεκτροφόρο γραμμή και προορίζεται για την μεταφορά προσώπων ή και πραγμάτων.
Φώτα δείκτη κατεύθυνσης (φλας): Τα φώτα της κατεύθυνσης που χρησιμοποιούνται για να προειδοποιούν τους λοιπούς χρήστες της οδούς ότι ο οδηγός πρόκειται να αλλάξει κατεύθυνση προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά.
Φώτα διασταύρωσης (μεσαία): Tα φώτα του οχήματος που χρησιμοποιούνται για τον φωτισμό της οδού μπροστά από το όχημα και τα οποία δεν προκαλούν θάμβωση ή δυσχέρεια στους οδηγούς που έρχονται αντίθετα και στους λοιπούς χρήστες της οδού.
Φώτα έκτακτης ανάγκης (σύστημα φωτεινού συναγερμού): Τα φώτα του οχήματος που αναβοσβήνουν και χρησιμοποιούνται όταν το όχημα έχει ακινητοποιηθεί και δημιουργείται κίνδυνος για τους τρίτους από ακινησία του οχήματος.
Φώτα θέσης μπροστά (μικρά): Τα φώτα του οχήματος που χρησιμοποιούνται για να διακρίνεται αυτό και το πλάτος του από μπροστά.
Φώτα θέσης πίσω (μικρά): Τα φώτα του οχήματος που χρησιμοποιούνται για να διακρίνεται αυτό και το πλάτος του από πίσω.
Φώτα ομίχλης: Τα φώτα του οχήματος που χρησιμοποιούνται για την βελτίωση του φωτισμού της οδού σε περιπτώσεις ομίχλης, χιονόπτωσης, ραγδαίων βροχών, νεφών, καπνού ή κονιορτού.
Φώτα οπισθοπορείας: Τα φώτα του οχήματος που χρησιμοποιούνται για το φωτισμό της οδού πίσω από το όχημα και τα οποία προειδοποιούν ότι το όχημα θα κινηθεί ή κινείται προς τα πίσω.
Φώτα πέδησης (φρένων): Τα φώτα του οχήματος που χρησιμοποιούνται για να ειδοποιούν αυτούς που κινούνται πίσω από το όχημα ότι ο οδηγός τροχοπεδεί (φρενάρει).
Φώτα πορείας (μεγάλα): Τα φώτα του οχήματος που χρησιμοποιούνται για φωτισμό της οδού σε μεγάλη απόσταση μπροστά του.
Φωτιστική επιφάνεια: Προκειμένου για φώτα, η ορατή επιφάνεια από την οποία προέρχεται το φως, προκειμένου δε για αντανακλαστικά στοιχεία, η ορατή επιφάνεια εκ της οποίας αντανακλάται το φως.
2. Θεωρούνται ως πεζοί τα πρόσωπα τα οποία σπρώχνουν ή σύρουν βρεφικά οχήματα, καθίσματα ασθενών ή ατόμων με μειωμένη κινητικότητα ή οποιοδήποτε μικρό όχημα χωρίς κινητήρα, ποδήλατο ως και τα πρόσωπα που κινούνται σε αναπηρικά καθίσματα με ταχύτητα πεζού.